KONSTANTINOS P. KAVAFIS – DOS POEMAS

 

Traducción: Mario Domínguez Parra

 
Melancolía de Jasón Kleandro, poeta en Komaguiní, 595 d.C.
 
El envejecimiento de mi cuerpo y mi forma
es la herida de un cuchillo horrendo.
No he acatado ninguna.
Te lo ruego, Arte de la Poesía,
que algo sabes de fármacos;
del sopor pruebas de dolor, en la Fantasía y el Logos.
 
Es la herida de un cuchillo horrendo.
Trae tus fármacos, Arte de la Poesía,
que hacen –por poco tiempo– que la herida no se sienta.
 
[1921]
 
Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.
 
Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.
 
Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.—
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε —για λίγο— να μη νοιώθεται η πληγή.
 
 
[1921]
 
Días de 1909, 1910 y 1911
 
De un marinero atormentado, paupérrimo
(de una isla del Egeo) era hijo.
Trabajaba en una herrería. Llevaba harapos.
Su calzado para el trabajo, raído y deplorable
Sus manos estaban manchadas de herrumbre y aceites.
 
Por la noche, cuando la tienda cerraba
si había algo que mucho le tentaba,
alguna corbata algo cara,
alguna corbata para el domingo,
o si en un escaparate había visto y deseaba
alguna bella camisa malva,
su cuerpo por cinco o diez dracmas vendía.
 
Me pregunto si en los tiempos antiguos
tuvo la gloriosa Alejandría un joven tan bello,
un muchacho tan perfecto como él: que se echó a perder:
no se erigió, claro está, su busto, ni se pintó su retrato;
hundido en la maldita tienda de un herrero
con rapidez, por el penoso trabajo
y por el libertinaje popular, exhausto, se ajó
 
[1928]
 
Μέρες του 1909, ’10, και ’11
 
Ενός τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικού
(από νησί του Aιγαίου Πελάγους) ήταν υιός.
Εργάζονταν σε σιδερά. Παληόρουχα φορούσε.
Σχισμένα τα ποδήματά του της δουλειάς κ’ ελεεινά.
Τα χέρια του ήσαν λερωμένα από σκουριές και λάδια.
 
Το βραδυνό, σαν έκλειε το μαγαζί,
αν ήταν τίποτε να επιθυμεί πολύ,
καμιά κραβάτα κάπως ακριβή,
καμιά κραβάτα για την Κυριακή,
ή σε βιτρίνα αν είχε δει και λαχταρούσε
κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί,
το σώμα του για ένα τάλληρο ή δυο πουλούσε.
 
Διερωτώμαι αν στους αρχαίους καιρούς
είχεν η ένδοξη Aλεξάνδρεια νέον πιο περικαλλή,
πιο τέλειο αγόρι από αυτόν — που πήε χαμένος:
δεν έγινε, εννοείται, άγαλμά του ή ζωγραφιά·
στο παληομάγαζο ενός σιδερά ριχμένος,
γρήγορ’ απ’ την επίπονη δουλειά,
κι από λαϊκή κραιπάλη, ταλαιπωρημένη, είχε φθαρεί.
 
[1928]
 
 
 
 
 
Anuncios
Esta entrada fue publicada en Δικές μου μεταφράσεις. Guarda el enlace permanente.

Responder

Introduce tus datos o haz clic en un icono para iniciar sesión:

Logo de WordPress.com

Estás comentando usando tu cuenta de WordPress.com. Cerrar sesión / Cambiar )

Imagen de Twitter

Estás comentando usando tu cuenta de Twitter. Cerrar sesión / Cambiar )

Foto de Facebook

Estás comentando usando tu cuenta de Facebook. Cerrar sesión / Cambiar )

Google+ photo

Estás comentando usando tu cuenta de Google+. Cerrar sesión / Cambiar )

Conectando a %s