ZOMÁS IOANNU – SIN MI FUTURO

Traducción y nota: Mario Domínguez Parra

SIN MI FUTURO

Vengo sin mi futuro

Los poetas a los que admiraba
Me volvieron la espalda
Las muchachas a las que amé
Alimentan estatuas en las plazas
Deseos petrificados
Que devinieron espectáculos públicos

Por las noches en velo
Canto sueños disonantes
En las playas en que me tendí
Bajo la luz lunar
No regresé inocente

Ya no conozco
La voz de mi fe

Yo no soy aquél
Al que el gallo convoca
Cada vez que amanece

ΔΙΧΩΣ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΟΥ

Έρχομαι δίχως το μέλλον μου

Ποιητές που θαύμασα
Μου γύρισαν την πλάτη
Κορίτσια που αγάπησα
Ταΐζουν αγάλματα στις πλατείες
Μαρμαρωμένες επιθυμίες
Που έγιναν δημόσια θεάματα

Τις νύχτες αγρυπνώ
Τραγουδώντας παράφωνα όνειρα
Στις παραλίες που ξάπλωσα
Υπό το σεληνόφως
Δεν ξαναγύρισα αθώος

Δε τη γνωρίζω πια
Τη φωνή της πίστης μου

Δεν είμαι εγώ αυτός
Που καλεί ο πετεινός
Κάθε που ξημερώνει

NOTA

El poeta griego Zomás Ioannu (Arta, 1979) estudió Medicina en Atenas. Es neurólogo. Vive y trabaja en Yánnena. Algunos de sus poemas se han publicado en revistas literarias. Ipokratus 15 (ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 15, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2011), al que pertenece este poema, es su primer libro.

COSTAS REÚSIS – PLAZA CORREDERA (CASA DE MUÑECAS)

Plaza Correderra

(Casa de muñecas)

a Elena Medel, Cristina Morano, Javier Sánchez Menéndez y Miguel Ángel Arcas

[Mientras escucho «Sketches of Spain», Columbia, 1960, de Miles Davis]

Μientras se cortejan

a una pareja de murciélagos

le dan las tantas por la

Noche en el

Cielo

De

Córdoba.

 

 ***

Plaza Correderra

(Casa de muñecas)

στους Elena Medel, Cristina Morano, Javier Sánchez Menéndez και Miguel Ángel Arcas

[Ακούγοντας το «Sketches of Spain», Columbia, 1960, του Miles Davis]

Ερωτολογώντας ένα

Ζευγάρι νυχτερίδες

Ξημερώνει τη

Νύχτα στον

Ουρανό

Της

Κόρδοβα

COSTAS REÚSIS – CUATRO POEMAS

 

Traducción: Mario Domínguez Parra

TRANQUILIDAD DEL MEDIODÍA

Un viento vino dejando que
el vítor de un mito septentrional cabe
la nuca escuchase el
chapaleo del cuerpo cuando
llegaba no llegaba la
oscilación entre un sedoso
manto y una áurea fíbula.

ΗΣΥΧΙΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

Άνεμος ήρθε αφήνοντας
ιαχή από μύθο βόρειο κοντά
στο σβέρκο ν’ ακούει τον
παφλασμό του σώματος σαν
έφτανε δεν έφτανε η
ταλάντωση μεταξύ ενός μεταξένιου
μανδύα και μίας χρυσής πόρπης.

GEOGRAFÍA

Feliz
en el quebrantamiento
cojo un cuchillo
asiduamente
por la noche
el estómago
abro con llave.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Χαρούμενος
στο βιασμό
παίρνω μαχαίρι
τακτικά
το βράδυ
το στομάχι
ξεκλειδώνω.

ANTES DE

Con fuerza
de tu parte en el
cuerpo toco lo que
vive sangre discurre
venga humedécete
no digas preveo
silencio.

ΠΡΙΝ ΑΠΟ

Σφιχτά
από σένα στο
σώμα αγγίζω ό,τι
ζει αίμα κύλα
έλα δρόσισε
μην πεις προβλέπω
σιωπή.

CARNE QUE NAVEGA EN EL FONDO

En el esperma con
el moco de la infección vírica seco
mojarme la espalda
en las sábanas de franela
hasta que la casa deviniese mar
durante horas me desvelo con la podredumbre
escucho que duerme al lado
la voz de ella y tengo frío
traigo un sueño de todas partes
empapado gotas ve
que cercan orugas cuando
el moho oculta con
instantes verdes la
cara opuesta del cuerpo.

ΚΡΕΑΣ ΠΛΕΕΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ

Μες στο σπέρμα με τη
μύξα της ίωσης ξερή
να υγραίνω την πλάτη
στα σεντόνια της φανέλας
ώσπου το σπίτι έγινε θάλασσα
ώρες ξυπνώ με τη σαπίλα
δίπλα να κοιμάται ακούω
τη φωνή της και κρυώνω
όνειρο φέρνω παντού
μουσκεμένο βλέπει στάλες
να κυκλώνουν κάμπιες όταν
η μούχλα καλύπτει με
πράσινα στίγματα την
ανάποδη όψη του σώματος.

 

 

 

ANGUELIKÍ KORÉ – DOS POEMAS

Korré

 

Traducción: Mario Domínguez Parra

LAS HIJAS DE LICAÓN

La dignidad se aja a mi alrededor, en el espinoso invierno
De las compañías que la asedia. La flor de la muchacha
El viento del hombre, la frente febril del último día que enferma.
Desnudas sobre la desnuda nieve danzan las últimas personas del sol
Todos los minutos del silencio que no se contuvieron elevan un tiempo leproso
Para respirar tras la máscara argéntea de lo justo.

Brindemos por el eudemonismo de la degradación y por el martirio
Por la muerte que ondeó humilde en el cuerpo y cuyo crepitar nos resucitó
Despojados como estábamos de la limpia e irreconocible respiración del fraude
Porque por ella el fruto más deseable tuvo éxito para nosotros.

Con rabia golpeo los tamboriles para que no se oigan los gritos del sacrificio
En los flujos de las infortunadas mujeres robo los murmullos del aire
Uno para el padre, para la esposa, uno para el desconocido o el amigo
Potente como la sangre escupió su habla, sin padecer siquiera de ira
O de vergüenza incluso, tan mortuoria era la calma que pedía.
Solo calma pedía y silencio y un palmo de inocencia para reposar
Las últimas zarzas de sus vísceras.

Cuando la roja mofeta, atrapada en estas zarzas, huye
Desgarrada por las ásperas ramas del dolor antepone sus dientes de leche.
Otro hombre, en alguna otra parte, inocente, fuma y bebe sereno y piensa
Que su propia mujer inocente, cansada de su hijo, tendrá el período
Y que no tendrá a su lado una mano; esto es tristeza. Todo lo demás es pena
La tristeza siempre es por algo inocente y en algo inocente desemboca, no en el miedo
De las calles pervertidas y de los desiertos, o en la paranoia de la debilidad
Que te desarma mucho más en la idea que en el cuerpo por la certidumbre
De que solo dios y el tiempo, nada más, son capaces de masacrarte.

Aquí todo es violento, incluso en los chiquillos de Gabrovo
Que agarrados con fuerza al pubis de la madre lloriquean
Y que no sientan todavía el ansia y el vigor
Y que no reclamen además con violencia la carne, sino que un día de fiesta
Corten la suya sobre la piedra y en las ramas bajas del juego.

Unos ríen y otros lloran, de pie, encorvados, obscenas sus celebraciones
Regresan cada noche al embrutecimiento. Nadie sabe
Por qué beben tanto y por qué incluso se emborrachan y cuando no están tristes
Por qué el abundante fracaso disminuye las espadas en mano
Y sus soles y sus estrellas; y la hipocresía,
Que somos todos legales, educados, generosos e inocentes, sin excepción
Llegará un día para descuartizarnos, pero la verdadera muerte
No se nos permitirá excepto al caernos, calcinados por nuestro propio ser,
De rodillas tiernamente implorando una matanza.

 

ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΟΥ ΛΥΚΑΩΝΑ

Η αξιοπρέπεια μαραίνεται γύρω μου, μες στον ακάνθινο χειμώνα
Των συναναστροφών που την περιζώνει. Το λουλούδι του κοριτσιού
Ο αγέρας του άνδρα, το εμπύρετο μέτωπο της τελευταίας μέρας που αρρωσταίνει.
Γυμνοί στο γυμνό χιόνι χορεύουν οι τελευταίοι άνθρωποι του ήλιου
Όλα τα λεπτά της σιγής που δεν κρατήθηκαν, υφαίνουν ένα χρόνο λεπρό
Πίσω από την αργυρή μάσκα του δίκαιου ν’ αναπνέει.

Ας πιούμε στην ευδαιμονία της εξαθλίωσης και στην καταδίκη
Στο θάνατο που ανέμισε ταπεινά στο κορμί και το θρόισμά του μας αναγέννησε
Στερημένοι καθώς ήμασταν της καθαρής κι άγνωρης πνοής της εξαπάτησης
Κι απ’ αυτόν ευοδώθηκε για ‘μας το πιο ποθητό φρούτο.

Με μανία χτυπώ τα τύμπανα για να μην ακουστούν οι κραυγές της θυσίας
Μες στις ροές των ατιμασμένων γυναικών κλέβω απ’ τον αέρα ψιθυρίσματα
Άλλη για τον πατέρα, για το σύζυγο, άλλη για τον άγνωστο ή το φίλο
Βαρύ σαν αίμα έφτυνε το μίλημά της, χωρίς να πάσχει ούτε από οργή
Ή από ντροπή ακόμα, τόσο νεκρωτική ήταν η ηρεμία που ζητούσε.
Μόνο ηρεμία ζητούσε και σιωπή και μια πιθαμή αγνότητας ν’ αναπαύσει
Τα τελευταία βάτα από τα σπλάχνα της.

Σ’ αυτά τα βάτα παγιδευμένο κόκκινο κουνάβι, σαν δραπετεύει
Σκισμένο απ’ τα τραχιά κλαδιά του πόνου προτάσσει τα παιδικά του δόντια.
Ένας άλλος άνδρας, κάπου αλλού, αγνός, καπνίζει και πίνει γαλήνια και σκέφτεται
Τη δική του αγνή γυναίκα, κουρασμένη από τον γιο του, να ‘ναι στο μήνα της
Και να μην έχει δίπλα της ένα χέρι · αυτό είναι θλίψη. Όλα τα άλλα είναι οδύνη
Η θλίψη είναι πάντα από κάτι αγνό και σε κάτι αγνό εκβάλλει, όχι στο φόβο
Των διεστραμμένων δρόμων και των ερημιών, ή στην παράνοια της αδυναμίας
Που στην ιδέα πιο πολύ παρά στο σώμα σε αφοπλίζει απ’ την πεποίθηση
Πως μόνο ο θεός και ο χρόνος, τίποτε άλλο δεν είναι ικανό να σε κρεουργήσει.

Τα πάντα είναι βίαια εδώ πέρα, ακόμη και μες στα μικρά αγόρια στο Γκάμπροβο
Που γερά κρατημένα απ’ το εφηβαίο της μάνας τους σιγοκλαίνε
Κι ας μην νιώθουν ακόμη τον πόθο και την ορμή
Κι ας μην αναζητούν ακόμη με βία τη σάρκα, αλλά μια μέρα αργίας
Να κόψουν τη δική τους πάνω στην πέτρα και στα χαμόκλαδα του παιχνιδιού.

Άλλοι γελάνε και άλλοι κλαίνε, σκυφτοί και στα δυο, πρόστυχα οι γιορτές τους
Επιστρέφουν κάθε βραδιά στην αποκτήνωση. Κανείς δεν ξέρει
Γιατί πίνουν τόσο πολύ και γιατί μεθάνε ακόμη κι όταν δεν είναι λυπημένοι
Τα σπαθιά του χεριού και τους ήλιους του και τ’ αστέρια του
Να τα λιγώνει η πολλή αποτυχία · και η υποκρισία
Πως είμαστε όλοι έννομοι, ευγενείς, γενναιόδωροι κι αγνοί, δίχως εξαίρεση
Θα ‘ρθει μια μέρα να μας κατασπαράξει, αλλά ο πραγματικός θάνατος
Δε θα μας επιτραπεί παρά μονάχα σαν πέσουμε, χωνεμένοι απ’ τον εαυτό μας,
Στα χλωρά πόδια του εκλιπαρώντας για μια σφαγή.

 

RAMSCHAKBETH

Extendimos una manta sobre la ciénaga
Y comimos sobre ella rojas presas
La cara angosta del tordo ensangrentaba
El frágil, delgado hueso, entonaba
Canciones eróticas sobre el arma de mi padre
Nosotros y la pobreza y el hambre
Las amoratadas manos de mis hermanos silbaban
Como el fragmento del viento glacial
En la última altura de la cumbre que habíamos ascendido
Para aspirar al modo en que los saciados
Afables, corpulentos y flemáticos
Deglutían una nueva condena
Con su hueso el más pequeño además
Y por medio del hueso del pececillo y del tordo
Con el que un legendario traidor en otro tiempo insidiosa puya
Raja sus gargantas para obtener justicia
Leche acerba y verde del hambre
En los pechos de mi madre, su ropa
Caridad de una plétora de manos extranjeras
Y todas sus gracias enterradas vivas
Por medio kilo de buena carne dominical.
El exterminio controla si tengo buenos dientes –
¡Sirvo para esclavo!
Bebés desnudos que mi descendencia alumbra
Lloran en mi oscura habitación
Que yo pueda ver, escribir y sin miedo más tarde
Caer sobre la íntegra cama para pasar la noche.
En el café Gush los mediodías de un vetusto estío
En la fe perruna me revolqué y a ella me abandoné
Y consagrado al cero conforme regresaba
Hijo pródigo de mi pobreza y de mi hambre
Me comí a mi vástago.

 

ΡΑΜΣΑΚΜΠΕΘ

Απλώσαμε ένα σεντόνι στον βάλτο
Και τρώγαμε πάνω του κόκκινο κυνήγι
Η στενή πλευρά της τσίχλας μάτωνε
Το εύθραυστο, λιγνό κόκαλό της τραγουδούσε
Ερωτικά για τ’ όπλο του πατέρα μου
Εμείς και η φτώχεια και η πείνα
Μελανιασμένα των αδερφών μου χέρια σύριζαν
Σαν το απόσπασμα του παγερού ανέμου
Στο τελευταίο ύψος της κορφής που ‘χαμε ανέβει
Να ατενίσουμε πώς οι χορτασμένοι
Πρόσχαροι, ευτραφείς κι ανέμελοι
Κατάπιναν μια νέα καταδίκη
Με το δικό της κόκαλο το λεπτότερο ακόμη
Κι απ’ του μικρού ψαριού ή της τσίχλας
Που θρυλικός προδότης κάποτε ύπουλη αιχμή
Για μια δικαιοσύνη κομματιάζει τους λαιμούς τους
Γάλα στυφό και κίτρινο της πείνας
Στα στήθη της μητέρας μου, τα ρούχα της
Από ένα πλήθος ξένα χέρια ελεημοσύνη
Κι όλες της οι χαρές θαμμένες ζωντανές
Για το μισό κιλό της Κυριακής ωραίο κρέας.
Ελέγχει η εκμηδένιση αν έχω καλά δόντια –
Κάνω για σκλάβος!
Στεγνά μωρά που φέγγει η ακληρία μου
Κλαίνε μέσα στο σκούρο μου δωμάτιο
Να δω, να γράψω και χωρίς φόβο αργότερα
Να πέσω στο απαρθένευτο κρεβάτι για τη νύχτα.
Στο καφέ Gush τα μεσημέρια ενός παλιού καλοκαιριού
Πάρθηκα κι εγκαταλείφθηκα απ’ τη σκυλίσια πίστη
Κι αφοσιωμένος στο μηδέν καθώς επέστρεψα
Άσωτος γιος της φτώχειας και της πείνας μου
Έφαγα τον απόγονό μου.

 

Su blog: http://drearypoetry.blogspot.com.es/

DIMITRIS LIANTINIS – GÉMINIS

 

 

Traducción: Mario Domínguez Parra

GÉMINIS

En los cañaverales lagartos y temblores
reptan en el rechazo de la esbelta*,
que no será virgen por mucho tiempo.
El falo y el gemido del dios
cisne devinieron.

ΔΙΔΥΜΟΙ

Στούς καλαμιῶνες σέρνονται σαῦρες
καί ἀνατριχίλες στῆς λυγερῆς τῆν ἄρνηση,
πού γιά πολύ παρθένα δέ θά εἶναι.
Κύκνος ἔγινε
τοῦ θεοῦ ὁ φαλλός κι ὁ λυγμός.

*La editora del volumen de poemas de Liantinis, Nikolitsa Liantini, me remite al título de una novela de Andreas Karkavitsas, La esbelta (Η Λυγερή).

«Con ese nombre se conoce a la hermosa virgen del pueblo. En la tradición popular, la esbelta nunca aparece de manera individual. El arquetipo es más importante que la persona concreta».

Traduzco y cito de un artículo de Tsina Politi: «La manipulación novelística de la ideología: Análisis de La esbelta de Andreas Karkavitsas»: http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/Politi-Ligeri.htm

ANTONIS ANTONAKOS – CUATRO POEMAS


Traducción y nota: Mario Domínguez Parra

El poeta, narrador y ensayista griego Antonis Antonakos (Agrinio, 1972) estudió Matemáticas. Algunos de sus poemas y narraciones se han publicado en revistas y periódicos.

Libros de poemas: Materia vitalicia (Ισόβια ύλη), El acróbata del circo (Ο ακροβάτης του τσίρκου), Lunitas (Φεγγαράκια), París (Paris), Elogio de la paja (Μαλακίας εγκώμιον), Calamidades de Ekaterina (Εκατερίνης θεομηνίες), Mitología de muchachas anónimas (Η μυθολογία των ανώνυμων κοριτσιών, al que pertenecen estos poemas), El otoño del soldado (Το φθινόπωρο του στρατιώτη), La música de los campos (Η μουσική των αγρών).

Libros de cuentos: Amargas moras salvajes (Αγριοβατόμουρα πικρά).

Libros de ensayo: Alquimistas de repletos quehaceres (Αλχημιστές πλήρους απασχόλησης), Degeneración de la mácula lútea (Εκφυλισμός ώχρας κηλίδας).

https://dromos.wordpress.com/
http://antonisantonakos.com/index.html

Dejad sin reparar los badenes
y los baches de las calles.
Dejad las pistas de tierra
y los lugares escabrosos
sin asfalto.

Son nuestro único consuelo
cuando en autobús viajamos.

Son nuestro único consuelo sus pechos
cuando cogen el ritmo y empiezan a bailar.

Αφήστε άφτιαχτα τα σαμαράκια
και τις λακκούβες στους δρόμους.
Αφήστε τους χωματόδρομους
και τα κακοτράχαλα σημεία
δίχως πίσσα.

Είναι η μόνη μας παρηγοριά
όταν ταξιδεύουμε με λεωφορείο.

Είναι η μόνη μας παρηγοριά τα στήθια τους
όταν πιάνουν το ρυθμό κι αρχίζουν να χορεύουν.

*
Muchachas que durante años recorren
Grecia

Venden pasteles y mazapanes
en los transbordadores.
Y recuerdos en las islas.

Consiguen trabajo en las fronteras
y en el campo.

Doquiera que viajan
Grecia les mete mano.

Κορίτσια που ταξιδεύουν χρόνια
στην Ελλάδα.

Ψωνίζουν πάστες και αμυγδαλωτά
στα φέρυ-μπώτ.
Και σουβενίρ απ’ τα νησιά.

Πιάνουν δουλειά στα σύνορα
ή την επαρχία.

Όπου κι αν ταξιδεύουν
η Ελλάδα τις χουφτώνει.

*
No saben de ética las abejas
por eso liban así las flores.

Por eso mucho esperan
en los campos.

Δεν ξέρουν από ηθική οι μέλισσες
γι’ αυτό ρουφάνε έτσι τα λουλούδια.

Γι’ αυτό ξεροσταλιάζουν
μέσα στους αγρούς.

*

Cuando por la calle me cruzo con vosotras
antiguas compañeras de clase
mi mirada se dirige a vuestro pecho caído.

Hacinaron en los apartamentos
vuestras tiernas edades
os hicieron madres.

¡Ay! Antiguas compañeras de clase
flores marchitas en los búcaros.

Παλιές μου συμμαθήτριες
όταν σας συναντώ στο δρόμο
το μάτι μου πάει στο πεσμένο στήθος.

Τις τρυφερές σας ηλικίες
στριμόξανε στα διαμερίσματα
σας κάνανε μητέρες.

Αχ! Παλιές μου συμμαθήτριες
λουλούδια μαραμένα στ’ ανθοδοχεία.

 

JAZRA KHALEED – LA PRIMERA MUERTE DEL POETA JAZRA KHALEED

Traducción: Mario Domínguez Parra

LA PRIMERA MUERTE DEL POETA JAZRA KHALEED

Tendré el final de un inmigrante de Chechenia
Me hallaréis tirado en la basura
Con el cuello cortado y las manos frías
En la plaza dirán: Descanse en guerra
Y si en el fin del mundo se difunde mi palabra
regresaré un buen día cual pantera

Tendré el final de una meretriz de Senegal
Me hallaréis tirado en el patio interior
Con la bala de un poli en la cabeza
En la plaza dirán: Bienaventurados los beligerantes
Y si me endilgáis los pecados de los poetas
renaceré de nuevo de mis cenizas

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΑΖΡΑ ΧΑΛΕΝΤ

Θα έχω το τέλος μετανάστη από την Τσετσενία
Θα με βρείτε πεταμένο στα σκουπίδια
Με το λαιμό κομμένο και τα χέρια κρύα
Στην πλατεία θα πουν: Αναπαύτηκε εν πολέμω
Κι αν διαδώσετε το λόγο μου στα πέρατα της γης
εγώ σαν πάνθηρας θα επιστρέψω μια ωραία πρωία

Θα έχω το τέλος πόρνης από τη Σενεγάλη
Θα με βρείτε πεταμένο στον ακάλυπτο
Με μια σφαίρα μπάτσου στο κεφάλι
Στην πλατεία θα πουν: Μακάριοι οι πολεμοποιοί
Κι αν μου φορτώσετε τις αμαρτίες των ποιητών
εγώ απ’ τις στάχτες τους θα γεννηθώ και πάλι

 

JARIS VLAVIANÓS – APRIL IS THE FUNNIEST MONTH

Traducción y nota: Mario Domínguez Parra

El poeta, narrador, ensayista y traductor griego Jaris Vlavianós (Roma, 1957) estudió Filosofía en la Universidad de Bristol y Teoría Política en la Universidad de Oxford. Su tesis Greece 1941-1949: From Resistance to Civil War fue publicada por la editorial McMillan en 1992. Es profesor de Historia y Teoría Política en The American College of Greece. Además, da clases de escritura creativa (poesía) en los ciclos de seminarios de la editorial Pataki.

Ha publicado once libros de poemas, entre ellos La superficie de las cosas («Η επιφάνεια των πραγμάτων», 2006), Vacaciones en la realidad («Διακοπές στην πραγματικότητα», 2009), Sonetos de la desdicha («Σονέτα της συμφοράς», 2011) e Historia de la filosofía occidental en 100 haikús («H ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε 100 χαϊκού», 2011); los libros de ensayo El otro lugar («Ο άλλος τόπος» (1994), ¿A quién atañe la poesía? («Ποιον αφορά η ποίηση;», 2007) y, junto con Jristos Jrisópulos, El doble sueño de la escritura («Το διπλό όνειρο της γραφής», 2010); y la antología humorística «Britannica» (2004). Es autor, además, de la novela La sangre agua («Το αίμα νερό», 2014).

Ha traducido a grandes poetas como Walt Whitman (Selección de poemas, «Επιλογή ποιημάτων», 1986), Εzra Pound (Hugh Selwyn Mauberley, «Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ», 1987, Fragmentos y esbozos de los Cantares CX-CXX, «Αποσπάσματα και σχεδιάσματα των Κάντος CΧ-CXX», 1991), T.S. Eliot (Cuatro cuartetos, «Τέσσερα κουαρτέτα», 2012), Wallace Stevens («Adagia», 1993, Trece maneras de mirar un mirlo y otros poemas, «Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα», 2007), e.e. cummings («33x3x33», 2004), John Ashbery (Autorretrato en espejo convexo, «Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο», 1995), Michael Longley (El pulpo de Homero, «Το χταπόδι του Ομήρου», 2008), Anne Carson (Conferencias breves, «Λίγα λόγια», 2013), William Blake (El matrimonio del Cielo y del Infierno, «Oι γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης», 1997, que le valió la candidatura al Premio Nacional de Traducción) y Zbigniew Herbert (El alma del señor Cogito y otros poemas, «Η ψυχή του κ. Cogito και άλλα ποιήματα», 2001).

 

APRIL IS THE FUNNIEST MONTH

Y la conversación comienza
siempre con quién, cuándo, por qué.
¿Pero tiene sentido moralizar retroactivamente
cuando el sol se ha perdido tras las montañas
y el circo se halla ya en la ciudad vecina
y lo único que ha quedado en la nuestra
son las huellas de la gran carpa en la hierba?
Podríamos, claro, fingir
que el payaso aún está aquí, entre nosotros,
que nos otea con su triste mirada
y que repite despacio cada una de nuestras frases
en su propia lengua ininteligible.
Pero, ¿qué ganaríamos con un fuego cruzado,
ahora que por supuesto ninguno de los dos
podemos distinguir claramente el objetivo?
Cada año, por esta época, me das la misma noticia
(obviamente para herirme):
«¿No te enteraste? ¡Fenece la poesía, murió!»
y yo con frecuencia respondo:
«Νo fui al funeral.
Me quedé en casa y lo vi por la tele».
Sin embargo, ninguno de nosotros piensa lo que dice.
El pavo real se perdió hace años
entre los densos arbustos de la pasión,
pero nosotros nunca lo anhelamos.
Y bien que hicimos,
porque ni yo soy Stanley
ni por supuesto tú eres Livingstone,
y el tanque con los patitos
no es por supuesto el lago Tanganica.
Por tanto, acojamos a la Primavera
que con porfía asedia nuestro jardín
sin más indirectas ni suspiros,
llenando cada uno el búcaro
con las flores que ama.
Violetas, crisantemos, jacintos,
rosas amarillas, rojas, azules.
¿Qué más da?
Abril es de veras el mes más gracioso.

 
APRIL IS THE FUNNIEST MONTH

Και η συζήτηση αρχίζει
πάντοτε με το ποιος, πότε, γιατί.
Αλλά έχει νόημα να ηθικολογεί κανείς αναδρομικά
όταν ο ήλιος έχει χαθεί πίσω απ’ τα βουνά,
και το τσίρκο βρίσκεται ήδη στη διπλανή πόλη
και το μόνο που έχει απομείνει στη δική μας
είναι τα ίχνη της μεγάλης σκηνής πάνω στο γρασίδι;
Θα μπορούσαμε βέβαια να προσποιηθούμε
ότι ο κλόουν είναι ακόμη εδώ, ανάμεσά μας,
μας κοιτά με το θλιμμένο του βλέμμα
και επαναλαμβάνει αργά κάθε μας πρόταση
στη δική του, ακατανόητη γλώσσα.
Τι θα κερδίζαμε όμως από άλλη μία ανταλλαγή πυρών,
τώρα μάλιστα που κανείς από τους δυο μας
δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά τον στόχο;
Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, μου ανακοινώνεις το ίδιο νέο
(προφανώς για να με πληγώσεις):
«Δεν το έμαθες; Πάει η ποίηση, πέθανε!»
κι εγώ ως συνήθως απαντώ:
«Δεν πήγα στην κηδεία.
Έμεινα σπίτι και την είδα από την τηλεόραση».
Ωστόσο κανείς από τους μας δεν εννοεί όσα λέει.
Το παγώνι χάθηκε πριν από χρόνια
στους πυκνούς θάμνους του πάθους,
αλλά εμείς δεν το αναζητήσαμε ποτέ.
Και καλά κάναμε
γιατί ούτε εγώ είμαι ο Στάνλεϋ,
ούτε εσύ φυσικά ο Λίβινγκστον,
και η δεξαμενή με τα παπάκια
δεν είναι βέβαια η λίμνη Τανγκανίκα.
Επομένως ας υποδεχθούμε την Άνοιξη
που πολιορκεί επίμονα τον κήπο μας
χωρίς άλλα υπονοούμενα κι αναστεναγμούς,
γεμίζοντας ο καθένας το ανθοδοχείο
με τα λουλούδια που αγαπάει.
Βιολέτες, χρυσάνθεμα, ζουμπούλια,
κίτρινα, κόκκινα, μπλε τριαντάφυλλα.
Τι σημασία έχει;
Ο Απρίλης είναι όντως ο πιο αστείος μήνας.

 

NIKOS ERINAKIS – EN MEDIO DE TODO SOBRE LO QUE LA SOMBRA CAE (DOS FRAGMENTOS)

Traducción y notas: Mario Domínguez Parra

El poeta y traductor griego Nikos Erinakis (Atenas, 1988) es doctorando en Filosofía (Londres). Estudió Económicas, Filosofía, Literatura Comparada (Warwick) y Filosofía de las Ciencias Sociales (LSE).

Es autor de los libros de poemas Pronto todo arderá e iluminará tus ojos (Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου, Ροές, 2009), y en medio de todo sobre lo que la sombra cae (ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά, Γαβριηλίδης, 2013).

Sus poemas han sido incluidos en diversas antologías y ha publicado en revistas literarias (en formato papel y electrónicas). Algunos de ellos han sido traducido a cinco lenguas.

Asimismo, en 2011 publicó su traducción de una selección de poemas de Georg Trakl y de unos textos, relacionados con ellos, de Martin Heidegger, con el título Amor oscuro de una generación salvaje (Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς, Γραβριηλίδης, 2011).

Blog: http://nickerinakis.blogspot.com.es/

Proyecto poético-musical: http://www.nikoserinakisunddiehaken.com/

 

Ø

Lo sacro se oculta en lo nuevo
La única época mítica es el futuro

Dionisos orgulloso intelecto
Suena el quinto martillo
el más inquieto

Al final del resplandor al comienzo de la vida

Dice el ciego en potencia
Al ya ciego.

Yo que no sabía nada la detuve
Yo sólo con mi sabiduría

Como las palabras de adivinos
Que convocan a demonios rencos

Vida-Muerte-Vida
Cuántas primaveras has vivido

107 pasos
Ira y melancolía
Cosmogonía independiente

Un círculo áureo

Y dentro de él un mar con muchos nombres
Que no debería tener ninguno

Águila y serpiente se ocultan
En los cuatro puntos cardinales

Pertenecen a los Señores del Aliento

Y la experiencia vital
Inaccesible

Ø

Το ιερό κρύβεται στο νέο
Η μόνη μυθηκή εποχή είναι το μέλλον

Διόνυσε περήφανη ευφυΐα
Χτυπάς το πέμπτο σφυρί
το πιο ανήσυχο

Στο τέλος της λάμψης στην αρχή της ζωής

Λέει ο δυνάμει τυφλός
Στον ήδη τυφλό

Εγώ που δεν γνώριζα τίποτα τη σταμάτησα
Εγώ με την σοφία μου μόνο

Σαν τα λόγια μοιράρηδων
Που καλούν κουτσούς δαίμονες

Βίος-Θάνατος-Βίος
Πόσες άνοιξες έχεις βιώσει

107 βήματα
Οργή και μελαγχολία
Αδέσμευτη κοσμολογία

Ένας χρυσός κύκλος
Και μέσα του μια θάλασσα με πολλά ονόματα
Που δεν θα ’πρεπε να ’χει κανένα

Κρύβονται αετός και φίδι
Στα τέσσερα σημεία

Ανήκουν στους Κύριους της Αναπνοής

Και η εμπειρία της ζωής
Απρόσιτη

 

I

Todo lo que hemos sufrido
Lo sufrimos en la hipnosis

En el dolor de los límites contiguos

Allí donde no hay uñas en las paredes
No hay reglas

Las habíamos abolido todas

Y todo lo que perdimos durante la espera
Lo oímos ahora en una lengua que no promete articularse

Ya acariciamos la hierba que brotará
Sobre nosotros y nuestras ciudades

Nuestras culpas se descarriaron
Y los remordimientos ya se han puesto de nuestra parte

Sabemos dónde se oculta la sombra del mar

Y dijimos
Convirtámonos en agua
Agua sin memoria

En medio de todo sobre lo que la sombra cae

Juegos prohibidos
Como la oscuridad en épocas luminosas

Arruinamos nuestras miradas
Regalamos nuestras más bellas tardes

Con las máscaras a medio poner que conocimos

No hay lugar más lejano que éste

La mugre de la arena y el problema
De las olas tienen la culpa

Aguardamos el paso hacia la materia
con extraños perfumes

Fuego acompáñanos ahora

Reclamamos el día
Llamando a lo posible
Y respondiendo a lo imposible

Es la pasión de la negación
En la avaricia del vuelo

Orden y temblores
En su jerarquía fluctuante

En el valle del vacío
Viviendo la memoria en el tiempo

Nos encontramos con una jácara de lo paradójico*
Con quien está en el mundo
Pero no de este mundo

Buscamos todavía al dios
Que tropieza a nuestros pies

Extranjeros de la memoria
Rostros que en mí habitan
Y que nunca conociste

Traemos los deseos de la pasión
Como huelen los dondiegos de las noches septembrinas

El calor nos invitó a la humedad
Y nosotros la ignoramos
Fuego acompáñanos ahora
En medio de todo sobre lo que la sombra cae

*Erinakis incluye aquí un complejo juego de palabras entre «παραλογή», «canción popular narrativa», y «παράλογου», «de lo absurdo». He intentado reflejar ese juego de palabras con la similitud fónica entre «jácara» y «paradójico» (dos palabras esdrújulas, con tres consonantes compartidas).

Ι

Όσα έχουμε υποφέρει
Τα υποφέραμε μετά την ύπνωση

Στον πόνο των συνεχόμενων ορίων

Εκεί που δεν υπάρχουν νύχια στους τοίχους
Δεν υπάρχουν κανόνες

Τους έχουμε καταργήσει όλους

Και όσα χάσαμε στην αναμονή
Τα ακούμε τώρα σε μια γλώσσα που δεν λέει να αρθρωθεί

Χαϊδεύουμε ήδη το γρασίδι που θα φυτρώνει
Πάνω από εμάς και τις πολιτείες μας

Ξεστράτισαν οι ενοχές μας
Και οι τύψεις έχουν πάρει πλέον το μέρος μας

Γνωρίζουμε πού κρύβεται η σκιά της θάλασσας

Και είπαμε
Νερό ας γίνουμε
Νερο χωρίς μνήμη

Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά

Απαγορευμένα παιχνίδια
Όπως το σκοτάδι με φωτεινές εποχές

Τα χαλάσαμε τα βλέμματά μας
Τα χαρίσαμε τα πιο όμορφα απογεύματά μας

Με τις μισοφορεμένες μάσκες που γνωριστήκαμε

Δεν έχει πιο μακριά από εδώ

Φταίει το λέρωμα της άμμου
Και η δυσκολία των κυμάτων

Περιμένουμε το περασμα στην ύλη
Με περίεργα αρώματα

Συντρόφεψέ μας τώρα φωτιά

Αναζητούμε τη μέρα
Ονομάζοντας το πιθανό
Και απαντώντας στο απίθανο

Είναι το πάθος της άρνησης
Στην απληστία της πτήσης

Τάξη και κραδασμοί
Στην κυμαινόμενη ιεραρχία τους

Στην κοιλάδα του κενού
Ζώντας τη μνήμη μες στο χρόνο

Συναντηθήκαμε σε μια παραλογή του παράλογου
Με όποιον είναι στον κόσμο

Μα όχι αυτού του κόσμου

Γυρεύουμε ακόμα το θεό
Που σκοντάφτει στα πόδια μας

Ξένοι της μνήμης
Πρόσωπα που κατοικούν μέσα σου
Και ποτέ δεν γνώρισες

Φέρνουμε τις ευχές του πάθους
Όπως μυρίζουν τα νυχτολούλουδα τις νύχτες του Σεπτέμβρη

Η ζέστη μας κάλεσε στη δροσιά
Και εμείς την αγνοήσαμε
Συντρόφεψέ μας τώρα φωτιά
Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά

 

KATERINA ANGHELAKI-ROOKE – ELOGIO DE LA ESCASEZ

Traducción: Mario Domínguez Parra

ELOGIO DE LA ESCASEZ

Doy gracias por mis escaseces
lo que me falta me protege
de aquello que perderé
todos mis dones
que se secaron en el campo descuidado de la vida
me resguardan de movimientos en el vacío
inútiles, insulsos.
Lo que me falta me enseña
lo que me ha quedado
me desorienta
porque me proyecta imágenes del pasado
como si fueran promesas de futuro.
No puedo, no oso
imaginar ni un ángel
de paso porque yo
sobre otro planeta, sin ángeles,
desciendo.
El amor, de anhelo que fue
pasó a ser un buen amigo
juntos degustamos la melancolía del Tiempo.
Despójame –suplico a lo Ignoto–
despójame otra vez
para sobrevivir.

 

Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.