KONSTANTINOS P. KAVAFIS – DARÍO

Traducción: Mario Domínguez Parra

DARÍO

El poeta Fernasis elabora la parte
importante de su poema épico.
Cómo recibió Darío Ι el Grande
el reino de los persas (De él
proviene nuestro glorioso rey,
Mitrídates, Dionisos y Eupator). Pero aquí
es necesaria la filosofía; tiene que analizar
los sentimientos que tenía Darío:
quizá altanería y ebriedad: no, empero; quizá
como una conciencia de la vanidad de la grandeza.
El poeta considera la cuestión profundamente.

Pero su criado, que entra a la carrera,
le interrumpe y le traslada la importantísima noticia.
Comenzó la guerra contra los romanos.
El grueso de nuestro ejército pasó la frontera.

El poeta se queda atónito. ¡Qué calamidad!
Que ahora nuestro glorioso rey,
Mitrídates, Dionisos y Eupator,
vaya a ocuparse de poemas griegos.
En guerra, imagínate, poemas griegos.

Fernasis se inquieta. Mala suerte.
Ahora que era optimista para con «Darío»
darse prominencia y para al fin tapar
la boca a sus críticos, envidiosos.
Qué demora, qué demora en sus planes.

Y si solo fuera una demora, estaría bien.
Pero veremos si también estamos a salvo
en Amisós. No es una ciudad notablemente fortificada.
Los romanos son un enemigo terrorífico.
¿Podemos los capadocios entendernos
con ellos? ¿Pasará alguna vez?
¿Es tiempo ahora de medirnos con las legiones?
Grandes dioses, protectores de Asia, ayudadnos.

Pero en toda su turbación y dentro de lo malo,
la idea poética con porfía viene y va;
lo más concebible es, claro, altanería y ebriedad;
altanería y ebriedad tendría Darío.

Ο ΔΑΡΕΙΟΣ

Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Aπό αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ). Aλλ’ εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως — μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.

Aλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.

Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ,
μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.

Aδημονεί ο Φερνάζης. Aτυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.

Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Aλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Aμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Pωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ’ αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Aσίας προστάται, βοηθήστε μας.—

Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται —
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος.