KONSTANTINOS P. KAVAFIS – LOS PASOS

El despacho del poeta. Museo Kavafis, Alejandría

Traducción de Mario Domínguez Parra

Los pasos

En un lecho de ébano ornado
de águilas coralinas, profundamente duerme
Nerón, inmoral, tranquilo y feliz;
boyante en el vigor de la carne
y en el bello brío de la mocedad.

Pero en la sala alabastrina que cierra
el antiguo larario de los Enobarbo,
qué inquietos que están sus lares.
Tiemblan los diosecillos domésticos
e intentan ocultar sus nimios cuerpos.
Porque escucharon un horrísono rumor,
mortífero rumor que asciende por la escalera,
férreos pasos que golpean los peldaños.
Y los pobres lares, ahora apenas recordados,
se esconden en la hondura del larario,
se dan empellones, se trastabillan,
cada diosecillo cae sobre los otros,
porque entendieron qué tipo de rumor era este,
ya sentían los pasos de las Erinias.

[1909]

 

Τα βήματα

Σ’ εβένινο κρεββάτι στολισμένο
με κοραλλένιους αετούς, βαθυά κοιμάται
ο Νέρων — ασυνείδητος, ήσυχος, κ’ ευτυχής·
ακμαίος μες στην ευρωστία της σαρκός,
και στης νεότητος τ’ ωραίο σφρίγος.

Αλλά στην αίθουσα την αλαβάστρινη που κλείνει
των Αηνοβάρβων το αρχαίο λαράριο
τι ανήσυχοι που είν’ οι Λάρητές του.
Τρέμουν οι σπιτικοί μικροί θεοί,
και προσπαθούν τ’ ασήμαντά των σώματα να κρύψουν.
Γιατί άκουσαν μια απαίσια βοή,
θανάσιμη βοή την σκάλα ν’ ανεβαίνει,
βήματα σιδερένια που τραντάζουν τα σκαλιά.
Και λιγοθυμισμένοι τώρα οι άθλιοι Λάρητες,
μέσα στο βάθος του λαράριου χώνονται,
ο ένας τον άλλονα σκουντά και σκουντουφλά,
ο ένας μικρός θεός πάνω στον άλλο πέφτει
γιατί κατάλαβαν τι είδος βοή είναι τούτη,
τάνοιωσαν πια τα βήματα των Εριννύων.

[1909]