JARÁ NAÚM – DOS POEMAS

Traducción y nota: Mario Domínguez Parra

La poeta griega Jará Naúm (Marusi, Atenas, 1985) estudió Historia y Arqueología en la Universidad de Creta y realizó estudios de doctorado en París 7-Denis Diderot. Vive y trabaja en Janiá, Creta. Antílopes alerta (Άγρυπνες αντιλόπες, ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, 2013) es su primer libro (del que provienen estos poemas).

 

CAMISA
 
Albergo el saber de los dedos
que caminan
que se arrodillan en la mesa
Albergo el saber de la insondable sima
 
Sé qué significa
una mano desnuda
y una mano abotonada hasta la garganta
 
ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ
 
Έχω τη γνώση των δαχτύλων
που περπατούν
που γονατίζουν στο τραπέζι
Έχω τη γνώση του ανεξήγητου γκρεμού
 
Ξέρω τι πάει να πει
χέρι γυμνό
και χέρι κουμπωμένο ως το λαιμό
 
FAURÉ TETRÁCORDO
 
Abrió una botella de luz y
abrí una concha carnívora
 
Poco después nació un rabioso revólver
El perrito
 
ΤΕΤΡΑΧΟΡΔΟΣ ΦΟΡΕ
 
Άνοιξε ένα μπουκάλι φως κι
άνοιξα ένα σαρκοβόρο κοχύλι
 
Λίγο μετά γεννήθηκε ένα λυσσασμένο περίστροφο
Το μικρό σκυλί
 
 

KOSTAS KARYOTAKIS – ELÍSEO

Traducción: Mario Domínguez Parra

 
ELÍSEO
 
(Tanto se cansaron los cuerpos
que encogieron, en dos se partieron).
Y se fueron las almas, solas pisan,
tarde, la hierba cual libro abierto.
 
(Los cuerpos ruedan, se retuercen
sobre el suelo). Y en lo profundo surgen,
llevando rosas, para que las almas
con el sueño y la pasión viajen.
 
(Tierra sobre tierra los cuerpos devienen).
Pero allí desde el horizonte, como soles
las almas atardecen el cielo que vestían,
o como simples sonrisas en los labios.  

 

ΗΛΥΣΙΑ
 
(Τόσο πολύ τα σώματα κουράστηκαν,
που ελύγισαν, εκόπηκαν στα δύο.)
Κι έφυγαν οι ψυχές, πατούνε μόνες των,
αργά, τη χλόη σαν ανοιχτό βιβλίο.
 
(Τα σώματα κυλούν χάμου, συσπείρονται
στρεβλωμένα.) Και φαίνονται στο βάθος,
τριαντάφυλλα κρατώντας, να πηγαίνουνε
με τ’ όνειρο οι ψυχές και με το πάθος.
 
(Χώμα στο χώμα γίνονται τα σώματα.)
Μα κείθε απ’ τον ορίζοντα, σαν ήλιοι
δύουν οι ψυχές, τον ουρανό που φόρεσαν,
ή σαν απλά χαμόγελα σε χείλη.

KOSTAS KARYOTAKIS – UNA SOMBRA

«EN ESTA CASA VIVIÓ EL POETA KOSTAS KARYOTAKIS LOS 32 DÍAS QUE PERMANECIÓ EN PRÉVESA, DESDE EL 20-06-1928 HASTA EL 21-07-1928. ASOC. CULTURAL «PRÉVESA» »

 
Traducción: Mario Domínguez Parra
 
[ UNA SOMBRA ]
 
Una sombra me sigue desde lo alto, mientras ando,
cual nube cargada o ala de ave de mal agüero.
Conmigo por doquier, conmigo en mi quehacer,
y no me deja ver el sol de dios siquier.
 
[ ΜΙΑ ΣΚΙΑ ]
 
Καθώς βαδίζω, μία σκιά μ’ ακολουθεί από πάνω
σαν βαρύ νέφος ή φτερό δυσοίωνου πουλιού.
Είναι μαζί μου όπου να πάω, μαζί μου ο,τι να κάνω,
και δεν αφήνει ούτε να δω τον ήλιο του θεού.
 
 

KOSTAS KARYOTAKIS – PRÉVESA

Artículo sobre el suicidio de Karyotakis en Prévesa, en 1928

Traducción: Mario Domínguez Parra

 
PRÉVESA
 
Muerte es que choquen los guaperas
contra los negros muros y las tejas,
muerte las mujeres que son amadas
mientras están pelando cebollas.
 
Muerte las calles sucias, humildes
de radiantes, grandiosos nombres;
el olivar; el mar en derredor; y el sol
además, muerte entre las muertes.
 
Muerte el policía que envuelve,
para pesarla, una «anormal» porción,
muerte los jacintos en el balcón
y el maestro con el periódico.
 
Base, Cuartel, Fortaleza de Prévesa.
El domingo escucharemos la banda.
Cogí una libreta bancaria,
primer ingreso: treinta dracmas.
 
Andando tarde por el muelle, dices
«¿existo?» y después «¡no existes!».
Llega el barco. La bandera está izada.
Viene el señor Gobernador, quizás.
 
Si, entre estos hombres, al menos
uno se muriera de asco… Mudos,
tristes, de forma decorosa, todos
en el entierro nos divertiríamos.
 
 
ΠΡΕΒΕΖΑ
 
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
 
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.
 
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
 
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
 
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λές, κ’ ύστερα: «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.
 
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.