ZODORÍS VORIÁS – CINCO POEMAS (DE ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ)

 
Traducción y nota de Mario Domínguez Parra
 
Sientes las paredes
 
Sientes que con mis ojos te miran
las paredes de la habitación.
 
Fuera escuchas los gatos 
lamentar las calles desiertas,
los árboles producir brotes.
 
Combates la soledad con el lápiz,
mi aliento cura tus heridas.
 
Si te desmayas
te cogeré en brazos
para extenderte sobre otro poema.
 
Νιώθεις τους τοίχους
 
Νιώθεις τους τοίχους στο δωμάτιο
να σε κοιτάζουν με τα μάτια μου.
 
Ακούς τις γάτες απ’ έξω
να κλαίνε τους έρημους δρόμους,
τα δέντρα να βγάζουν βλαστάρια.
 
Νικάς τη μοναξιά με το μολύβι σου,
η ανάσα μου γιατρεύει τις πληγές σου.
Αν λιποθυμήσεις θα σε πάρω στα χέρια
να σ’ απλώσω σ’ άλλο ποίημα.
 
 
Sobre mí yo oculto lo robado
 
Sobre mí yo oculto fragmentos robados
de poemas extranjeros que en algún sitio cayeron,
fragmentos robados de frías huellas,
que antaño ardían.
 
Quieres apagar tu cigarrillo
sobre mis peores costumbres.
 
¿Por qué tienes miedo?
Dejé de robar
hermosos ídolos de los espejos.
 
Temo las aceras,
los muros escritos
y los carteles mal pegados
que se sometían.
 
Temes mirar en mi corazón,
arrancarme las espinas una a una.
 
Lo sabes bien, hace años que sangro.
 
Acaricia mis rojas marcas
sobre el botín,
táchalas, para sentirme.
 
 
Πάνω μου κρύβω τα κλεμμένα
 
Πάνω μου κρύβω τα κλεμμένα κομμάτια
από ξένα ποιήματα που κάπου ξέπεσαν,
κλεμμένα κομμάτια από κρύα ίχνη
που κάποτε πύρωναν.
 
Θέλεις να σβήσεις το τσιγάρο σου
πάνω στις πιο κακές συνήθειές μου.
 
Γιατί φοβάσαι;
Σταμάτησα να κλέβω
όμορφα είδωλα από καθρέφτες.
 
Με φοβούνται τα πεζοδρόμια,
οι γραμμένοι τοίχοι
κι οι μισοκολλημένες αφίσες
που προσκύνησαν.
 
Γιατί φοβάσαι να με κοιτάξεις στην καρδιά,
να μου τραβήξεις τα αγκάθια ένα ένα.
Ξέρεις καλά, αιμορραγώ εδώ και χρόνια.
 
Χάιδεψε
τα κόκκινά μου αποτυπώματα,
πάνω στα κλοπιμαία,
μουντζούρωσέ τα, να με νιώσεις.
 
 
Epidemia
 
Nos paramos en lugar erróneo,
poco a poco nuestros zapatos amarillean.
 
Bajemos,
tanto tiempo frente al escaparate
que quizás reflejamos señuelos.
Medio verso más y lo reventamos.
 
Quítate la ropa, verás,
cómo trepa por tu cuerpo
el amarilleo.
 
Quítatela, no la diseminaré,
ahora estamos entre la gente
la sostendré con cuidado.
 
Bajemos,
nos mira un amarillísimo mendigo
 
…tu pecho no perdió su bello color,
aún tienes un corazón rojo.
 
Bajemos,
los sueños del escaparate
nos exterminan.
 
 
Επιδημία
 
Στεκόμαστε σε λάθος μέρος,
σιγά σιγά κιτρινίζουν τα παπούτσια μας.
 
Πάμε πιο κάτω,
μπροστά στη βιτρίνα, τόση ώρα,
ίσως θεωρηθούμε κράχτες.
Ακόμα μισό στίχο και θα τη γκρεμίζαμε.
 
Βγάλε τα ρούχα σου, να δεις, πώς σκαρφαλώνει
στο κορμί σου το κιτρίνισμα.
Βγάλ’ τα, δε θα τα σκορπίσω εδώ κι εκεί,
τώρα είμαστε μέσα στον κόσμο
θα τα κρατήσω μ’ επιμέλεια.
 
Πάμε πιο κάτω,
μας κοιτάζει ένας κίτρινος ζητιάνος
…το στήθος σου δεν έχασε
τ’ όμορφο χρώμα του,
έχεις ακόμα κόκκινη καρδιά.
 
Πάμε πιο κάτω,
τα όνειρα της βιτρίνας
μάς σκοτώνουν.
 
 
En derredor huele a mar muerta
 
La cadena hallé que veía en sueños
con su pesada áncora
que se sujeta a la cancela
de la playa, en Aretsú (1).
 
A solas obtengo consuelo
en los desiertos vestuarios eróticos,
el arenal que busca cuerpos sudorosos,
húmedas huellas de pasos que cambiaron de rumbo.
 
Vociferaré
para arrancar una esquirla de renuncia
y una esquinita de luna angulosa,
para con ellas fabricar una daga
idéntica a graznido de gaviota,
para cortar en tiras mi infancia,
para extenderlas aquí y allá sobre esterillas.
 
En derredor huele a mar muerta
como una vieja fotografía.
 
 
Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα
 
Βρήκα την αλυσίδα που έβλεπα στα όνειρά μου
με τη βαριά της άγκυρα
περασμένη στην καγκελόπορτα
της πλαζ στην Αρετσού.
           
Μονάχος παρηγοράω
τα έρημα ερωτικά αποδυτήρια,
την αμμουδιά που ψάχνει για ιδρωμένα κορμιά,
για βρεγμένα ίχνη βημάτων που άλλαξαν πορεία.
 
Θα φωνάξω δυνατά
να σπάσει ένα κομμάτι από την εγκατάλειψη
και μια γωνίτσα από κοφτερό φεγγάρι,
να τα κάνω μαχαίρι
ολόιδιο με τις κραυγές των γλάρων,
να κόψω σε λουρίδες τα παιδικά μου χρόνια,
να τα ξαπλώσω εδώ κι εκεί πάνω σε ψάθες.
 
Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα
σαν παλιά φωτογραφία.
 
 
[f]
 
Ángeles asesinos (de «ANILINAS»)
 
Ángeles asesinos, en noches de sexo,
desean la ropa
arrojada a tus pies.
 
Se escurren por su interior,
exterminan tu último aliento.
 
Ardes y te consumes,
sobre tu ropa muerta,
babeas sobre los ojos que te miran
desde sus polvos,  
desde las cremalleras rasgadas.  
 
[στ’]  
 
Άγγελοι φονιάδες (από «ΑΝΙΛΙΝΕΣ»)
 
Άγγελοι φονιάδες
τις νύχτες του έρωτα
τραβούν κάτω απ’ τα πόδια σου
τα πεταμένα ρούχα.
 
Γλιστράνε μέσα τους,
σκοτώνουν
τις τελευταίες σου ανάσες.
 
Φλέγεσαι  και λιώνεις   
πάνω από τα νεκρά σου ρούχα,
στάζεις στα μάτια  
που σε κοιτάζουν απ’ τα μανίκια τους,
απ’ τα διαρρηγμένα φερμουάρ τους.
 
Nota
 
(1) Traduzco la información sobre este lugar que el poeta me envió por correo electrónico: «Es un barrio de las afueras de Salónica, cerca del mar, en la parte oriental (región de Kalamariá). Tomó su nombre de Aretsú, en Asia Menor, ciudad de la que provenían los refugiados griegos expulsados por los turcos, que se establecieron en dicha región. Hasta la década de los setenta, Aretsú era la playa apta para el baño (ahora ya no lo es) más próxima a Salónica, a la que sus habitantes iban en verano».    
 
 

 

Anuncios
Esta entrada fue publicada en Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης στα Ισπανικά, Δικές μου μεταφράσεις. Guarda el enlace permanente.

Responder

Introduce tus datos o haz clic en un icono para iniciar sesión:

Logo de WordPress.com

Estás comentando usando tu cuenta de WordPress.com. Cerrar sesión / Cambiar )

Imagen de Twitter

Estás comentando usando tu cuenta de Twitter. Cerrar sesión / Cambiar )

Foto de Facebook

Estás comentando usando tu cuenta de Facebook. Cerrar sesión / Cambiar )

Google+ photo

Estás comentando usando tu cuenta de Google+. Cerrar sesión / Cambiar )

Conectando a %s