ATI SOLERTI – TRES POEMAS DE ΕΡΗΜΙΑ ΠΑΘΩΝ (ERIAL DE PASIONES)

 
 
Traducción: Mario Domínguez Parra
 
DUALIDAD
 
El eremita y el loco
cuentan al revés las horas.
Se visten siempre con harapos. Con acertijos.
Ahogan gritos. Esconden vidas.
Ven profundamente en los otros.
Despiertan verdades. Provocan sospechas.
 
El diablo y el ángel
cuentan al revés sus amantes.
Se visten siempre en la luz. Como el humo.
Se metamorfosean y desafían.
Saben profundamente qué quiere el otro.
Lo fascinan. Lo vuelven loco.
 
La existencia y la sombra
cuentan al revés sus proyecciones.
Visten siempre sus alternancias.
Miradas turbias. Fisuras.
Reverberan profundamente en los otros.
Los arrastran. Los confunden.
 
¿Qué resulta de la unión?
 
Esta oscuridad que moldea el dual
caparazón de mi ira…
¿a quién conviene apagar?
 
A aquél que me engañó.
 
¡Al mismo demiurgo!
 
ΔΥΑΔΙΚΟΤΗΤΑ
 
Ο ερημίτης κι ο τρελός
μετρούν ανάποδα τις ώρες.
Ντύνονται πάντα με κουρέλια. Μ’ αινίγματα.
Πνίγουν κραυγές. Κρύβουν ζωές.
Βλέπουν βαθιά μέσα στους άλλους.
Ξυπνάνε αλήθειες. Κινούν υποψίες.
 
Ο διάβολος κι ο άγγελος
μετρούν ανάποδα τους εραστές τους.
Ντύνονται πάντα μες στο φως. Σαν τον καπνό.
Μεταμορφώνονται και προκαλούν.
Ξέρουν βαθιά τι θέλει ο άλλος.
Τον συναρπάζουν. Τον ξελογιάζουν.
 
Η ύπαρξη και η σκιά
μετρούν ανάποδα τις προβολές τους.
Ντύνονται πάντα εναλλαγές τους.
Θολές ματιές. Χαραγματιές.
Αντανακλούν βαθιά μέσα στους άλλους.
Τους παρασέρνουν. Τους μπερδεύουν.
 
Τι βγαίνει από την ένωση;
 
Αυτό το σκοτεινό που πλάθει το δυαδικό
κέλυφος της οργής μου…
σε ποιόν ταιριάζει να εκραγεί;
 
Σ’ αυτόν που μ’ εξαπάτησε.
 
Στον ίδιο το δημιουργό!
 
QUIMERA
 
En la cloaca de mi onírico glaciar…
extenderé mentes abiertas de par en par.
Mancillando…
Desdeñando…
Mi frío… clavado aspecto de ingenuo silencio.
¿A santo de qué amaneces, mañana?
El neonato que modelé con sangre en la sangre…
en otro tiempo rompió conjuntos espejados.
Se hizo añicos…
Crió fugitivos…
de la fermentación del mañana con la levadura del reflejo instantáneo.
¿Los salvó?
¡Acuso a los espejismos!
¡Acuso a los poetas!
¿Adónde fue vuestra sombra?
¿Qué rieló en vuestros ojos, ciegos?
¿Por qué llenasteis con estas lágrimas la hora del último aliento?
Ahora veré la reflexión.
Criaré neonatos.
Ahora veré las corrientes.
Líquidas.
Contorno de sangres…
Se postraron alrededor del conjunto de fatales reflexiones de lo instantáneo.
¡Acuso a las adversidades!
Solo los sueños las traen.  
¿Por qué no pudieron nunca prestarme atención?
Una fluyente substancia nunca acusó a los sueños.
Extendió mentes abiertas de par en par.
Impedimentos. Silencios. Espejos y Sombras.
Retrocedí.
Mancillando…
Desdeñando…
Mi frío, escultural aspecto, a tu alrededor cuneta de sangre.
¿A santo de qué amaneces, mañana?
Extendí ojos totalmente cerrados abiertos.
¡La tiniebla!
 
ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΗΣΗ
 
Στον οχετό του ονειρικού μου παγετώνα…
θ’ απλώσω ορθάνοιχτα μυαλά ανοιγμένα.
Καταρρακώνοντας…
Περιφρονώντας…
Της άδολης σιωπής ψυχρή μου όψη… στυλωμένη…
Τι ξημερώνεις αύριο;
Το βρέφος που σχημάτισα με αίμα μες στο αίμα…
κάποτε έσπασε καθρεφτισμένα σύνολα.
Θρυμμάτισε…
Δραπέτες έθρεψε…
της ζύμωσης του αύριο με τη μαγιά της στιγμιαίας αντανάκλασης.
Τους έσωσε;
Κατηγορώ οφθαλμαπάτες!
Κατηγορώ τους ποιητές!
Πού πήγε ο ίσκιος σας;
Τι αντιφέγγισε στα μάτια σας, τυφλοί;
Γιατί γεμίσατε με δάκρυα τούτη την ώρα της ύστατης πνοής;
Τώρα θα δω την αντανάκλαση.
Θα θρέψω βρέφη.
Τώρα θα δω τα ρέοντα.
Υγρά.
Περίγραμμα από αίματα…
Ράφτηκαν γύρω από το σύνολο μοιραίας αντανάκλασης του στιγμιαίου.
Κατηγορώ τις συμφορές!
Μόνο τα όνειρα τις φέρνουν.
Γιατί δεν μπόρεσαν ποτέ να με προσέξουν;
Μια ρέουσα ουσία δεν κατηγόρησε ποτέ τα όνειρα.
Άπλωσε ορθάνοιχτα μυαλά.
Εμπόδια. Σιωπές. Καθρέφτες και Σκιές.
Υποχώρησα.
Καταρρακώνοντας…
Περιφρονώντας…
Ψυχρή μου όψη αγαλματένια, γύρω σου ρείθρο αίματος.
Τι ξημερώνεις αύριο;
Άπλωσα μάτια ορθάκλειστα ανοιγμένα.
Το έρεβος!
 
SACRIFICO
 
Abrí la boca,
para comulgar con sagrada sangre de la mano del sacerdote.
«Sacrifico», murmuré.
Nadie me escuchó.
«Sacrifico», grité.
Nadie me escuchó.
No había nadie a mi lado.
Ni el sacerdote.
Todos se habían ido.
Solo yo…
desnudo y solo,
pecador y verdadero,
inmóvil me encontraba solo, en la cristalina Casa de Dios.
Con la boca abierta por la sorpresa.
Boca en cuyo interior se encerró el sabor de la sagrada sangre…
de mi víctima,
a la que poco antes había matado.
 
ΘΥΩ
 
Άνοιξα το στόμα μου,
να μεταλάβω άγιο αίμα από το χέρι του παπά.
”Θύω” ψιθύρισα.
Κανείς δε μ’ άκουσε.
”Θύω” φώναξα.
Κανείς δε μ’ άκουσε.
Κανείς δεν ήταν πλάι μου.
Ούτε ο παπάς.
Όλοι είχαν φύγει.
Μόνο εγώ…
γυμνός και μόνος,
αμαρτωλός κι αληθινός,
ακίνητος στεκόμουν μόνος, στο γυάλινο Οίκο του Θεού.
Με στόμα ανοιχτό από έκπληξη.
Με στόμα που μέσα του κλείστηκε η γεύση του άγιου αίματος…
του θύματός μου,
που λίγο πριν είχα φονεύσει.
 
 
Anuncios
Esta entrada fue publicada en Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης στα Ισπανικά, Δικές μου μεταφράσεις. Guarda el enlace permanente.

Una respuesta a ATI SOLERTI – TRES POEMAS DE ΕΡΗΜΙΑ ΠΑΘΩΝ (ERIAL DE PASIONES)

  1. ¡Mil gracias por todo Mario!

Responder

Introduce tus datos o haz clic en un icono para iniciar sesión:

Logo de WordPress.com

Estás comentando usando tu cuenta de WordPress.com. Cerrar sesión / Cambiar )

Imagen de Twitter

Estás comentando usando tu cuenta de Twitter. Cerrar sesión / Cambiar )

Foto de Facebook

Estás comentando usando tu cuenta de Facebook. Cerrar sesión / Cambiar )

Google+ photo

Estás comentando usando tu cuenta de Google+. Cerrar sesión / Cambiar )

Conectando a %s