ANNA NIARAKIS – TRES POEMAS

 
 
Traducción y nota: Mario Domínguez Parra
 
La poeta y traductora griega Anna Niarakis nació en 1979 en Atenas. Es química de formación y trabaja como investigadora de doctorado en París. Estos poemas pertenecen a su primer libro, Cuaderno de experimentos (Τετράδιο πειραμάτων, Πάτρα, Χαραμάδα, 2010). La parte de los ángeles (Το μερίδιο των αγγέλων, Lulu, 2012) es su segundo libro de poemas.
 
Ha traducido poemas de  Antonio Machado, de Gabriel Celaya y de e.e. cummings.
 
Edita un blog: Αντιποίηση (Antipoesía):
 
http://antipoihsh.wordpress.com/.
 
Además, dirige una revista de poesía en Internet: Το παράθυρο (La ventana):
 
http://toparathyro.wordpress.com/.  
 
 
La triste ciudad de los humanos.
 
 
De los humanos de lógica perdida,
de sentimientos perdidos –
que asfixia bajo sábanas de carne,
bajo soledades prestadas– buscando
la muleta de la existencia.
 
Te deseo, me dijeron tus ojos
Te deseo, me dijo tu cuerpo
 
Y yo,
 
busco ciudades astrales
diferentes de las que mis antenas
detectan,
iguales que las que tus venas
indican.
 
Lampiri, 23-03-03
 
 
Η λυπημένη πολιτεία των ανθρώπων.
 
Των ανθρώπων με τα χαμένα λογικά,
με τα χαμένα αισθήματα-
που ασφυκτιεί κάτω από σάρκινα σεντόνια,
κάτω από δανεικές μοναξιές-αναζητώντας
το δεκανίκι της ύπαρξης.
 
Σε θέλω, μου είπαν τα μάτια σου
Σε θέλω, μου είπε το κορμί σου
 
Κι εγώ,
 
αναζητώ αστροπολιτείες
διαφορετικές από αυτές που συλλαμβάνουν
οι κεραίες μου,
ίδιες μ’ αυτές που οι φλέβες σου
υπαγορεύουν.
 
Λαμπίρι, 23-03-03
 
 
Cita después de años
 
Hablas despacio, me miras a los ojos con timidez.
Quieres ocultarte. Y otra vez no.
Quieres decirme. Y otra vez no.
Es el significado escrito en el aire.
Lo apuramos junto con nuestras copas.
Sé que querrías cogerme la mano.
Y de nuevo no.
La ironía salva los pretextos.
¿Quién nos salvará a nosotros?
Soy gota de sudor que anida
en el hoyuelo de tu garganta. Allí me oculto,
siento tu calor, la vena que late
como ordena el corazón. Me evaporo, devengo aire
que inhalas y exhalas. Me enrosco en
el humo de nuestros cigarrillos, en el vacío que
separa nuestra materia. Y otra vez de regreso.
A mi cuerpo.
A mi mundo.
Te apoyas sobre su esférica bóveda.
Las palabras ocultarán los pensamientos.
Me sacudiré cual resorte sobre
tu cabeza, apuraré hasta la última
gota de mi copa y me iré.
Cogeré mi cuerpo y lo encerraré
en una habitación. Y te arrepentirás.
De no verme.
Busca bien en tus bolsillos.
He dejado un rugoso
trocito de mí,
en el instante en que pagabas la cuenta.
Diré buenas noches y no volveré la
cabeza.
Miraré hacia delante,
recto hacia delante.
¡La nada!
 
Ραντεβού μετά από χρόνια
 
Μιλάς σιγά, κοιτάς στα μάτια μου με συστολή.
Θες να κρυφτείς. Και πάλι όχι.
Θες να μου πεις. Και πάλι όχι.
Είναι το νόημα γραμμένο στον αέρα.
Το καταπίνουμε μαζί με το ποτό μας.
Ξέρω ότι θα ήθελες να μου κρατήσεις το χέρι.
Και πάλι όχι. Η ειρωνεία σώζει τα προσχήματα.
Εμάς ποιος θα μας σώσει;
Είμαι σταγόνα ιδρώτα που φωλιάζει
στο λακκάκι του λαιμού σου. Κρύβομαι εκεί,
νιώθω τη ζέστη σου, τη φλέβα που χτυπά
όπως ορίζει η καρδιά. Εξατμίζομαι, γίνομαι αέρας
που εισπνέεις και εκπνέεις. Τυλίγομαι μέσα στον
καπνό των τσιγάρων μας, στο κενό που
χωρίζει την ύλη μας. Και πάλι πίσω.
Στο σώμα μου.
Στον κόσμο μου.
Ακουμπάς πάνω στο σφαιρικό του θόλο.
Οι λέξεις θα κρύψουν τις σκέψεις.
Θα τιναχτώ σαν ελατήριο πάνω
από το κεφάλι σου, θα πιω την τελευταία
σταγόνα από το ποτό μου και θα φύγω.
Θα πάρω το σώμα μου και θα το εγκλωβίσω
σ’ ένα δωμάτιο. Κι εσύ θα λυπάσαι.
Που δεν με βλέπεις.
Ψάξε καλά τις τσέπες σου.
Έχω αφήσει ένα μικρό τσαλακωμένο
κομματάκι μου,
την ώρα που πλήρωνες το λογαριασμό μας.
Θα πω καληνύχτα και δεν θα γυρίσω το
κεφάλι μου. Θα κοιτώ μπροστά,
ίσια μπροστά.
Το τίποτα!
 
A ti
 
A Yannis Livadás
 
 
A ti se dirige este poema.
Como tantos otros.
A ti que garabateas jeroglíficos
bajo la luna de un desierto.
O de una ciudad desierta, manchando
sus sucios muros con pintura roja.
Que deambulas al rayar el día,
medio borracho, medio loco
por callejuelas, plazas y vacías
avenidas,
inmóvil.
A ti que te alzas a un lado
del silencio, balbuciendo frente
al fuego y su perpleja ira.
Que plantas jacintos en una seca
vertiente de palabras muertas y
aguardas la primavera.
Portador de palpitaciones dispares,  
de buena figura,
inquebrantable y pesado
en la lucidez de tu tristeza.
Perdido.
Descubres lo que
perderás una y otra vez.
Sacudes desde la negrura
charreteras de colores
y sigues tu camino.
Increíble esperanza de mi porfía.
A ti,
que no sé
quién eres;
solo sé que
vienes…
 
 
Σε σένα
 
στον Γιάννη Λειβαδά
 
Σε σένα απευθύνεται αυτό το ποίημα.
Όπως και τόσα άλλα.
Σε σένα που ορνιθοσκαλίζεις ιερογλυφικά
κάτω από το φεγγάρι μιας ερήμου.
Ή μιας πόλης έρημης, λερώνοντας τους
βρώμικους τοίχους της με κόκκινη μπογιά.
Που περιφέρεσαι, χαράματα
μισομεθυσμένος, ημίτρελλος
σε σοκάκια, πλατείες και άδειες
λεωφόρους,
ακίνητος.
Σε σένα που στέκεις παράμερα
της σιωπής, κομπιάζοντας μπροστά
στη φωτιά και τη σαστισμένη οργή της.
Που φυτεύεις υάκυνθους σε μια ξερή
βουνοπλαγιά πεθαμένων λέξεων και
περιμένεις την άνοιξη.
Φορέας ανισόρροπων παλμών,
καλοφτιαγμένος
στέρεος και βαρύς
μες στη διαύγεια της θλίψης σου.
Χαμένος.
Ανακαλύπτεις όσα
θα χάσεις ξανά και ξανά.
Τινάζεις από το μάυρο 
τις χρωματιστές επωμίδες
και τραβάς την πορεία σου.
Απίθανη ελπίδα της εμμονής μου.
Σε σένα,
που δεν ξέρω
ποιος είσαι,
ξέρω μόνο ότι
έρχεσαι…
 
 
Anuncios
Esta entrada fue publicada en Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης στα Ισπανικά, Δικές μου μεταφράσεις. Guarda el enlace permanente.

Responder

Introduce tus datos o haz clic en un icono para iniciar sesión:

Logo de WordPress.com

Estás comentando usando tu cuenta de WordPress.com. Cerrar sesión / Cambiar )

Imagen de Twitter

Estás comentando usando tu cuenta de Twitter. Cerrar sesión / Cambiar )

Foto de Facebook

Estás comentando usando tu cuenta de Facebook. Cerrar sesión / Cambiar )

Google+ photo

Estás comentando usando tu cuenta de Google+. Cerrar sesión / Cambiar )

Conectando a %s